
Creative industries
Οι αντιλήψεις που καταγράφονται υποδηλώνουν ότι η επωνυμία στις δημιουργικές βιομηχανίες μπορεί να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά στην κινηματογραφική αφήγηση . Οι δημιουργοί περιεχομένου στις δημιουργικές βιομηχανίες μπορούν να χρησιμοποιήσουν διακριτική και λειτουργική τοποθέτηση προιόντων για να τεκμηριώσουν τη χρήση των προωθούμενων αντικειμένων , για την διαμόρφωση του σκηνικού περιβάλλοντος ή την καταγραφή του χωρίς να αποσπούν την προσοχή των θεατών από την κύρια δράση (Nagar, 2016).
Αυτή η τεχνική μπορεί να θεωρηθεί ως μια αισθητικά ενδιαφέρουσα προσέγγιση, που ανακαλείται στην μνήμη θετικά σύμφωνα με τους Grzyb et al. (2018) και δεν προκαλεί αρνητικές συσχετίσεις με τηλεοπτικές διαφημίσεις. Από την άλλη πλευρά, η «ανοχή για την τοποθέτηση προϊόντων» θα μπορούσε επίσης να επηρεαστεί από το ρόλο των επωνυμιών στην κύρια αφήγηση (Bug, 2020). Ορισμένοι δημιουργοί επικεντρώθηκαν σε συγκεκριμένες πραγματικές εταιρείες, προϊόντα ή βιομηχανίες, και τις παρουσίασαν χωρίς να προκαλέσουν την δυσαρέσκεια ή την απόρριψη των θεατών . Παρόμοια αποτελέσματα θα μπορούσαν να επιτευχθούν μέσω της χιουμοριστικής αναπαράστασης επωνυμιών. Οι εταιρείες που δεν διστάζουν να συνδεθούν με αστείες καταστάσεις ή με επικριτικά σχόλια είναι αυτές με τις ισχυρότερες ταυτότητες σε αντίθεση με αυτές που επιβάλλουν απαγορεύσεις στη χρήση των ονομάτων τους. Τα brands ως αφηγηματικά μέσα λειτουργούν αποτελεσματικά αποφεύγοντας παράλληλα τις αρνητικές συνέπειες της «άμεσης» τοποθέτησης προϊόντων.
Η ταυτότητα της επωνυμίας ( brand identity ) , η ταυτότητα του καταναλωτή και οι επιλογές προώθησης με βάση το εύρος κόστους και το στάτους της επωνυμίας είναι ένα οριακό πρόβλημα στους δημιουργικούς κλάδους. Ορισμένες μάρκες προβάλλονται στις δημιουργικές βιομηχανίες ως εταιρείες που αφορούν όλο το προαναφερθέν εύρος , παρατήρηση η οποία ευθυγραμμίζεται με τα ευρήματα των Nelson και Salawu (2016).
Η Nike αναφέρεται ως μία τέτοια εταιρεία , της οποίας η τακτική branding στη δεκαετία του 1990 - 2000 επικεντρώθηκε στην τοποθέτηση προϊόντων μεσαίας τιμής που έγινε με διακρτική τεχνική και μερικές φορές περιελάμβανε την επίδειξη φθαρμένων , επαναχρησιμοποιημένων ή υπερβολικά χρησιμοποιημένων προιόντων της.
Οι τακτικές παρουσίασης περιλαμβάνουν ανύπαρκτα , «φανταστικά» προιόντα » που έχουν σχεδιαστεί ειδικά για κάποιο συγκεκριμένο φιλμικό κείμενο και που αποκτούν καταναλωτικό κοινό αφού κυκλοφορήσουν ως πραγματικά προϊόντα αρκετά χρόνια αφότου οι ταινίες έγιναν cult. Αυτές οι στρατηγικές θεωρήθηκαν αποδοτικότερες από τη σημερινή τολμηρή τοποθέτηση προϊόντων που παρατηρούνται σε διαδικασίες branding κατά τις οποίες επιλέγονται προϊόντα υψηλού στάτους και προβάλλονται χωρίς καμία προσαρμογή στο συνολικό αισθητικό πλαίσιο ( Feldman, 2017).
